Feeds:
Posts
Comments

Posts Tagged ‘Ταρκόφσκι’

   Είχα ξεκινήσει να βάλω μαζί μερικές σκόρπιες σκέψεις μου για την ταινία Ελ Γκρέκο, αλλά η επικαιρότητα, (της  οποίας είμαι ορκισμένος εχθρός, ιδίως όταν εμφανίζεται με προσωπείο τρομοκρατημένου λογιστή), η επικαιρότητα λοιπόν,  μπήκε μέσα στη ζωή μου ορμητικά και με έσπρωξε να ασχοληθώ με άλλα πράγματα.  Ο πολύ λίγος ελεύθερος χρόνος μου αλλά και το γεγονός ότι η διορία μου στο Ίντερνετ σε λίγο τελειώνει, με  αναγκάζει να δημοσιεύσω τώρα βιαστικά  αυτές τις σκέψεις,  παρόλο που φαίνεται, ότι δεν είναι η στιγμή για κάτι τέτοιο.

Η ΤΑΙΝΙΑ ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ.  ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ Η ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ;

    Αν το μπλογκ μου, είχε θυρεό,  κι αν ο θυρεός   είχε motto, αυτό θα ήταν (σε άπταιστα Mπαρτ-Σιμσονικά ipso fatso λατινικά):  «quod recordo, gaudeo»  ή κάτι, που να σημαίνει «Ότι θυμάμαι χαίρομαι».  Τη ταινία τη θυμήθηκα,  (αλλά δε χάρηκα καθόλου), όταν πρόσεξα μια προτροπή  ακροδεξιού μπλογκ  προς τους αναγνώστες του, να παν να δουν τις δύο ταινίες, που μόνο αυτές κρίθηκαν άξιες για τα μάτια της ανώτερης φυλής των Ελλήνων: τους “300” και τον Ελ Γκρέκο.   Αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Ήταν μόνο το φετίχ της λέξης Έλληνας, Γκρέκο,Ελλάς ή κι άλλα; Το φίλμ το είχα δει.  Είχα σχηματίσει γνώμη, αλλά αποφάσισα να ξανα-ασχοληθώ και την  είδα και στο DVD.  Μαρτύρησα, αλλά τώρα, νομίζω ότι έκλεισε ο κύκλος και μπορώ να πω δύο τρία πράγματα γι αυτήν.

Ο αληθινός Ελ Γκρέκο

  Ας αρχίσω με τα θετικά της ταινίας.  Είναι αυτό που λέμε μια «άρτια παραγωγή». Ή μια πλούσια παραγωγή. Κι όπως είπε κάποια γνωστή μου, που, αν και εκφράζεται παράξενα,  εκτιμώ την γνώμη της, «σου φαίνεται σαν να βλέπεις ταινία».  Δηλαδή, αυτό που έρχεται στο μάτι,  αρχικά, δεν σε προσβάλλει, η φωτογραφία έχει ατμόσφαιρα, και η μουσική καλή, ακόμα κι αν σε κάποιο σημείο, προς το τέλος, ακούγεται σχεδόν αυτούσια η μελωδία της Sarabande του Χαίντελ.  Μερικές ερμηνείες ήταν  άθλιες, αλλά αυτός που έκανε τον Ιεροεξεταστή, ήταν πολύ καλός, για να μη μιλήσουμε για το  μικρό πέρασμα της Πρωτοψάλτη, που αμέσως έλαμψε με την ηθοποιία της.  Οι διάλογοι ήταν χάλια.  Μιλάγανε  όλοι σαν τριτοκλασάτοι  κριτικοί τέχνης.  Και αυτή η φράση του αδερφού του Γκρέκο:

Και ο άλλος

Άσκημο πράμα ο πόλεμος, Δομήνικε…Τα πράματα που είδα! Το παλικάρι που είχα δίπλα μου…Του κόψανε το χέρι…   Ποιος ξέρει, που θα καταντήσει, σακάτης άνθρωπος …Κακόμοιρε Θερβάντες! Μα είναι Μόντυ Πάιθονς:  Ε, τι μπορεί να ‘γινε ο καημένος  σακάτης;  Μπορεί ακόμα και να κατήντησε  ο μεγαλύτερος  συγγραφέας του κόσμου .

  Για να είμαι ειλικρινής, τη δεύτερη φορά που είδα την ταινία, πρόσεξα τα καλά της, ίσως επειδή είχα ξεπεράσει το σοκ της πρώτης φοράς.

 Όμως σιγά σιγά, καθώς την ξανάβλεπα, κατέληξα στο ίδιο  συμπέρασμα, μόνο που τώρα μπορώ να μιλήσω πιο αναλυτικά για αυτό.

 Δεν χρειάζεται να δηλώσω και ρητά, ότι  η ταινία δεν μου άρεσε καθόλου. Αν ήθελα να είμαι επιεικής,  θα μπορούσα να βρω πολλές δικαιολογίες.  Είναι αλήθεια, ότι το θέμα της Τέχνης στο σινεμά  είναι τρομερά δύσκολο.  Είδαμε μεγάλους σκηνοθέτες,  όταν καταπιάνονται με ζωγράφους, να μην καταφέρνουν να ξεφύγουν από το γραφικό.

Η Γκουλύ και ο Βαλεντίνος ο Ακόκαλος

  Ο Χιούστον, για παράδειγμα, στην ταινία Μουλέν Ρουζ, έκανε πολλές προσπάθειες να μας δείξει τον  Τουλούζ-Λοτρέκ μέσα στον κόσμο του καν-καν. Συνολικά, ήταν ένα Χόλιγουντ στα καλύτερά του. Μέχρι και τον Valentin, le désossé , τον Βαλεντίνο τον  Ακόκαλο, ζωντάνεψε (βλ.3.37),  αλλά δεν τα κατάφερε να ξεφύγει από το  τουριστικό και το κιτς.

Γιατί, λοιπόν, σπάνια στο σινεμά   παρουσιάζονται ζωγράφοι ή γλύπτες με ικανοποιητικό τρόπο;

   Όταν ήμουν μικρότερος σκεφτόμουν, ότι αυτό συμβαίνει επειδή η ζωή του σκηνοθέτη  (στούντιο, φασαρία, παραγωγοί, χρήμα, δημόσιες σχέσεις) ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη του μεγάλου Δάσκαλου της ζωγραφικής, που υποτίθεται, ότι καθόταν απομονωμένος στο εργαστήριό του και επικοινωνούσε με το Απόλυτο.  Βεβαίως, δεν είναι ακριβώς έτσι. Το χρήμα, η βαβούρα των εργατών και οι δημόσιες σχέσεις με καρδινάλιους, πρίγκιπες ή εμπόρους ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής όλων των μεγάλων καλλιτεχνών. Και οι αγωνίες ήταν επίσης οι ίδιες.

Λεονάρντο, σπουδή.

   Αρκεί να σκεφτεί κανείς, ότι ο Ντα Βίντσι είχε πάει στους Σφόρτσα  για ένα τεράστιο πρότζεκτ , ένα γιγαντιαίο έφιππο άγαλμα  του Δούκα  Φραγκίσκου,  που τελικά δεν έγινε, και το μόνο που κατάφερε στην αυλή του Μιλάνου, ήταν να συνθέτει στο λαούτο τραγούδια, πράγμα που έκανε με μεγάλη επιτυχία.

   Μια πιο συνετή ερμηνεία: μέσα στα  εκατό χρόνια, που υπάρχει το σινεμά, δεν έχει προλάβει να αναδείξει τόσους πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες, όσοι έχουν εμφανιστεί  στην ιστορία της τέχνης μέσα στους αιώνες,  από την εποχή του Τζιότο και του Πιέρο ντε Λα Φραντσέσκα μέχρι τον Λεονάρντο και από τον Βερμέερ και τον Γκόγια ως τον Πικάσο.  Υπάρχει και μια παρεμφερής μαθηματική εξήγηση, πιο πεζή:  μέσα στις χιλιάδες παραγωγές, που γυρίζονται κάθε χρόνο, πόσα είναι τα αριστουργήματα, με οποιοδήποτε θέμα! Σε αναλογία, όσα περίπου και τα αριστουργήματα ζωγραφικής μέσα στα χιλιάδες έργα που συσσωρεύονται στις αίθουσες των εκατοντάδων μουσείων του κόσμου.

Ο Πρόσπερο. Τζ.Γκίλγκουντ, απ΄το φιλμ του Γκρίναγουεϊ.

   Υπάρχει πάντως και ένα λεπτό σημείο, που φαίνεται πιο έντονα, όταν το θέμα μιας ταινίας είναι η Τέχνη και είναι σχετικό με το βίωμα του κινηματογραφιστή. Υπάρχουν βιωματικοί δημιουργοί, που βάζουν τον εαυτό τους και την ιδεολογία τους μέσα στο έργο φανερά, και άλλοι, όπως ο Σέξπιρ, τον οποίο, ίσως με εξαίρεση το τελευταίο του έργο, την Τρικυμία, δεν μπορεί ο θεατής να τον διακρίνει σαν άτομο, (τα πιστεύω του, τις προτιμήσεις του) πουθενά μέσα στα θεατρικά του.  Στην περίπτωση, όμως,  μιας ταινίας, που ο ήρωας είναι  ζωγράφος  (ή φωτογράφος ή κινηματογραφιστής), είναι πολύ δύσκολο να μην ταυτιστεί με τον ήρωα ο σκηνοθέτης.  Ο δημιουργός της ταινίας είναι ο δημιουργός που δείχνει η ταινία.  Πιστεύω,  πως αυτό γίνεται και από μόνο του, ασυνείδητα.

  Ο Φελίνι το κάνει συνειδητά.  Στην όγδοη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Γκουίντο Ανσέλμι, ο σκηνοθέτης που ενσαρκώνεται από τον Μαστρογιάνι,  είναι  ο ίδιος ο Φελίνι, και η ταινία μέσα στην ταινία, είναι η ίδια ταινία, το 8 1/2 του Φελίνι.   Ίσως ένας ειδικός των μη γραμμικών εξισώσεων να αναγνώριζε εδώ μια φράκταλ δομή, μια αυτο-ομοιότητα που  εξελίσσεται σε διαφορετικά επίπεδα.

Οι δυο Αντρέι

   Ο Αντρέι Ταρκόφσκι, πάλι, όταν καταπιάνεται με τον αγιογράφο Αντρέι Ρουμπλιώφ, γίνεται ο ίδιος Αντρέι Ρουμπλιώφ, πράγμα φυσιολογικό γι αυτόν: Ο μέγιστος των σκηνοθετών κάνει μια ταινία-αγιογραφία για τον μέγιστο των αγιογράφων. Τα κατά Αντρέι Πάθη, ο τίτλος της ταινίας, αναφέρεται στα Πάθη και των δύο Αντρέι.

Ο Παζολίνι-Τζιότο

 Ο Κουροσάουα στα Όνειρά του είδε τον εαυτό του να  μπαίνει μέσα στα έργα του Βαν Γκογκ και σε μια λίγο συγκινητική και λίγο κιτς σκηνή, να ψάχνει το Δάσκαλο, που τον κάνει ο παραγωγός της ταινίας,  Σκορσέζε.

Όσο για τον  Παζολίνι,  εκείνος δε δίστασε καθόλου.  Τον Τζιότο τον έπαιξε ο ίδιος.

Ένα διαφορετικό  παράδειγμα.  Η ταινία  Θεόφιλος του Λάκη Παπαστάθη, ήταν μια ωραία ταινία. Μπορεί ο Καταλειφός, που έκανε το ζωγράφο, να θύμιζε τον Γιοχάνες απ’ το  Λόγο  του Ντράγιερ, και μπορεί για κάποιους να ήταν πολύ γραμμικό το σενάριο κλπ, κλπ.  Μπορεί.  Σημασία, όμως, έχει ότι ήταν μία τίμια ταινία: Ένας ερασιτέχνης ζωγράφος, όπως τον βλέπει και φυσικά ταυτίζεται μαζί του ένας «ερασιτέχνης» σκηνοθέτης. Ο Παπαστάθης  είναι δόκιμος Έλληνας σκηνοθέτης.  Τον λέω όμως ερασιτέχνη  με την αρχική σημασία της λέξης:  Κάποιος που αγαπάει την τέχνη. Αλλά και επειδή, όπως οι περισσότεροι Έλληνες σκηνοθέτες, δεν έχει τα μέσα, τα υλικά, ούτε την πείρα των εξήντα ταινιών, όπως αυτοί στο Χόλιγουντ.  Όμως αγαπάει τη Ελλάδα, την Ελληνική λογοτεχνία και την τέχνη. Όπως ακριβώς την αγαπούσε κι ο Θεόφιλος.

ΜΟΝΟ ΠΟΥ  Ο ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΦΙΛΟΣ.

Το Εspolio

    Ο Ελ Γκρέκο είναι  ένας από τους κορυφαίους σε ζωγραφικότητα  και κυρίως  σε πνευματικότητα δημιουργός. Δεν μπορεί να ασχοληθεί μαζί του ο πάσα ένας. Πρέπει να γνωρίζει, ή έστω, να έχει πάρει μυρουδιά, ποιο είναι το ζητούμενο της μεγάλης τέχνης. Να συγκινείται πραγματικά. Ή τουλάχιστον, να τον έχουν βασανίσει τα ερωτήματα: Τι είναι αυτό που κάνει τον Ελ Γκρέκο να ξεχωρίζει;  Τι είναι αυτό που κάνει τον Ελ Γκρέκο να είναι ο Ελ Γκρέκο; Τι τον απασχολεί στην Τέχνη του;  Ποιο είναι το αιτούμενο στη ζωγραφική του;  Η ταινία δεν περιείχε τίποτα από όλα αυτά.  Αυτοί που την έφτιαξαν, θεωρούν από την αρχή  δεδομένο, ότι ο ζωγράφος είναι ο Ελ Γκρέκο (γκαγκάααν),  που γνωρίζουμε εκ των υστέρων από τα σχολεία και τα βιβλία.  Σαν ένα  όνομα.  Σαν ένας νεκρός κοινός τόπος. Σαν μία εγκυκλοπαιδική φιγούρα χωρίς αντιθέσεις, αμφιβολίες,  αγωνίες. Αλλιώς δεν θα υπήρχε στην ταινία εκείνο το εξοργιστικό, γεμάτο αδιαφορία και έλλειψη σεβασμού πανοραμικό πλάνο μέσα στο εργαστήριο του ζωγράφου, τη στιγμή που κρέμονταν στους τοίχους του εν είδει ταπετσαρίας, το Εσπόλιο, ο Λαοκόων, Η Αγία τριάδα,κι εγώ δε θυμάμαι ποια έργα, που το καθένα του είναι ένας κόσμος ολόκληρος.

     Και δε θα βλέπαμε το μεγάλο Θεοτοκόπουλο, σαν να είναι ο οποιοσδήποτε τεχνίτης της σειράς, που έχοντας κάποιο ταλέντο, τον ενδιαφέρει μόνο η αξία της υπογραφής του στο χρηματιστήριο της τέχνης και οι γκόμενες.  Γιατί έτσι και χειρότερα παρουσιάστηκε.   Στα 5 πρώτα λεπτά της ταινίας έχει ρίξει δυο γκόμενες. Και φαίνεται να πηγαίνει στη Βενετία, λόγω της Φραντσέσκας.  Και αυτή τον πείθει να μείνει στου Τιτσιάνο. Ο ίδιος ο Σμαραγδής, δήλωσε σε συνέντευξη, ότι έγινε σκηνοθέτης για να κατακτήσει την νυν σύζυγό του.  Πολύ συγκινητική μια τέτοια φιλοφρόνηση, πραγματικά νομίζω, ότι θα ήθελε να την ακούσει κάθε γυναίκα. Μόνο που φαίνεται κι εδώ,  ότι δε γλυτώνει κανείς, το βίωμα ακολουθεί τον σκηνοθέτη,  γιατί, σε τελευταία ανάλυση,  ο δημιουργός είναι το έργο.

Αριστερά ίσως ο Ελ Γκρέκο. Δεξιά σίγουρα όχι ο Ελ Γκρέκο (ή κάποιος Ελ Γκρέκο, τελοσπάντων)

    Έχω μια περίεργη συνήθεια που μάλλον προήρθε από την εμμονή μου να βρίσκω το δημιουργό μέσα στο φιλμ, πράγμα που φυσικά δεν είναι καθόλου το αιτούμενο της τέχνης, μπορεί όμως να είναι χρήσιμο, και σίγουρα έχει πλάκα. Ψάχνω σε κάθε ταινία, τη φράση, τη μία φράση, που αυτοί που τη γύρισαν, την έβαλαν μέσα στους διαλόγους και που με ένα μαγικό τρόπο  αποκαλύπτει, συνήθως άθελά τους,  τις μύχιες προθέσεις  και την  πιο βαθιά  αλήθεια τους.  Είναι μια αυθαιρεσία, όμως σπάνια πρόκειται για σύμπτωση. Στον Ελ Γκρέκο βρήκα δύο τέτοιες φράσεις:  “Νομίζω,  ότι δεν έχετε συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης” και “Ο καθένας  πρέπει κάπως να ζήσει”.

   Ο ΓΚΡΕΚΟ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

   Δεν θα πω πολλά  εδώ για τους αναχρονισμούς του  έργου.  Πολλοί και ειδικοί, θα μπορούσαν να το κάνουν καλύτερα.  Π.χ να μιλήσουν για την ενδυματολογία των Κρητικών, με βράκες και σαρίκια, που είναι μεταγενέστερη κατά δύο αιώνες. Ή για το γεγονός,  ότι  μας δείχνει τους πλούσιους Κρητικούς να συμμετέχουν στις εξεγέρσεις, που είναι ψέμα. Ελάχιστοι ευγενείς, κατώτεροι, πήραν μέρος στις εξεγέρσεις, πολλοί  χτύπησαν τους εξεγερμένους μαζί με τους Ενετούς.  Ο δε πατέρας του Δομίνικου ήταν φοροσυλλέκτης για τη Γαληνοτάτη, άρα πιο πιθανό να ήταν θύμα κάποιας εξέγερσης, παρά ηγέτης της.  Άλλωστε,  ένας φιλικά διακείμενος προς μία επανάσταση, δεν πηγαίνει να κρυφτεί στην έδρα των εχθρών του. Πιο κραυγαλέα, όμως, και εντελώς εκτός κλίματος εποχής, ήταν η ζωή του στο Τολέδο.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΛΙ;

Κατερίνα των Μεδίκων.Έστελνε τα κεφάλια των Ουγενότων στους επισκόπους.

   Πέρα από τα γκομενιλίκια με την Χερόνιμα δε λας Κουέβας, η πλοκή, στηρίζεται στην κόντρα του με την Ιερά Εξέταση, πράγμα από την αρχή αφελές.  Ο Ελ Γκρέκο πάει στο Τολέδο το 1577 (ή το 59). Πέντε μόλις χρόνια πριν, έχει γίνει η μεγάλη σφαγή  της ημέρας του Αγίου Βαρθολομαίου  στη Γαλλία.  Ο βασιλιάς παντρεύει στο Παρίσι την κόρη  του, τη Μαργκό με τον Ερρίκο της Ναβάρας και  στο γάμο της καλεί εκατοντάδες Ουγενότους, δηλαδή Γάλλους Καλβινιστές, για να συμφιλιωθούν με τους Καθολικούς. Με τη προτροπή, όμως της βασιλομήτορος, της φανατικής Κατερίνας των Μεδίκων,  οι αρχηγοί τους δολοφονούνται ανηλεώς, ο αφιονισμένος όχλος των παπικών ξεκινάει αιματηρές διώξεις  και σφάζει πολλές χιλιάδες προτεσταντών.

Ο Άγιος Δομίνικος καίει αιρετικούς.

  Ο Πάπας,  λοιπόν,  φοβάται μεν κάθε αιρετική κίνηση,  αλλά εκείνη τη στιγμή είναι παντοδύναμος. Στην καθολική  Ευρώπη δεν κουνιέται φύλλο.  Το  να δείχνεις τον Ελ Γκρέκο σαν έναν αντιστασιακό,  σαν το θρυλικό Ελληνόπουλο,  που αντιστάθηκε στην Ιερά Εξέταση και μάλιστα  …τη νίκησε είναι τουλάχιστον αφελές.  Κατ’ αρχήν δεν ξέρουμε αν ο Θεοτοκόπουλος διατήρησε την ορθόδοξή του πίστη.  Αυτό το πιστεύουν λίγοι, μεταξύ αυτών κι ο Πρεβελάκης, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αποδειχτεί.  Στη Διαθήκη του αναφέρει, ότι υπήρξε αφοσιωμένος καθολικός. Τη μάνα του παιδιού του δεν την παντρεύτηκε ποτέ. Εν πάσει περιπτώσει,μπορούμε να υποθέσουμε, ότι ποτέ δεν έπαψε να έχει κάποια προστασία από την εκκλησία ή το παλάτι,  ακόμα κι όταν τα έργα του δεν γινόντουσαν αποδεκτά από το βασιλιά ή τον κλήρο.  Και πέρα από το γεγονός, ότι πολλές φορές  δεν κατανόησαν την τέχνη του, δεν φαίνεται πουθενά μια  σοβαρή δογματική αντίθεσή του με  όλους αυτούς. Για παράδειγμα στο Εσπόλιο τους φάνηκε παράδοξο, που το κεφάλι του Χριστού δεν ήταν πάνω από των βασανιστών του. Αλλά μέχρις εκεί.  Ίσα ίσα, πιο λογικό είναι να σκεφτούμε, ότι η Ισπανία, που εκείνη την περίοδο ζούσε μια στροφή στον μυστικισμό,  βρήκε αυτό που ήθελε στην Ανατολική εσωτερικότητα του Θεοτοκόπουλου.  Πάντως σίγουρα, πάνω στο φούντωμα της Αντιμεταρρύθμισης, ποτέ ένας εκπρόσωπός της δεν θα  ‘λεγε, όπως στην ταινία:  “Η Τέχνη είναι η απόλυτη βλασφημία”. Η μόνη δε τεκμηριωμένη σχέση του Γκρέκο με την Ιερά Εξέταση ήταν, όταν πήγε διερμηνέας σε δίκη άλλου, ενός πιτσιρικά Έλληνα, που κάποιοι ισχυρίστηκαν, ότι τον είδαν να …πλένεται όπως οι Μουσουλμάνοι, και τον κατέδωσαν  (ανώνυμα, όπως γινόταν τότε).

Τα πρακτικά της δίκης στην οποία ο Ελ Γκρέκο παρέστη σαν διερμηνέας του 18άχρονου Έλληνα ραφτάκου από την Αθήνα Michael Rizou Calcandil, που είχε κατηγορηθεί, ότι ήταν Μουσουλμάνος και άφησε την "Αγία Καθολική μας Πίστη".

Δίκη στη Πλάθα Μαγιόρ. Τότε τους αγανακτισμένους τους έκαιγαν.

Και κάτι άλλο:  Πως τελείωσε στην ταινία  η δίκη της Ιεράς Εξέτασης; με ένα ημι-ερωτικό και ημι-θρησκευτικό όραμα του κακού Ιεροεξεταστή, ο οποίος προφανώς αθώωσε τον Γκρέκο. Αυτό είναι παιδαριώδες και αψυχολόγητο, άλλωστε  θα ήταν απίθανο.  Οι Δίκες, όπως και τα αουτονταφέ, ήταν εντελώς αδύνατο να φύγουν από το καθορισμένο και  σατανικά σκηνοθετημένο τελετουργικό, στο οποίο συμμετείχε και ο λαός. Όσο για τις λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, έξω από το Δικαστήριο, επ’ ουδενί θα χειροκροτούσαν,  αν δεν ήθελαν να έχουν την ίδια κατάληξη με τους καταδικασμένους. Το Τολέδο του 1600 δεν ήταν η Αθήνα του 2000!

Κι όμως  τα σημαντικά δεν ήταν αυτά, αλλά  η ουσία της ταινίας.

                           «ΤΟ ΦΩΣ ΝΙΚΑΕΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ»;  ΠΟΥ ΠΑΣ,                              ΚΑΗΜΕΝΕ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΕ;

   Για το σκηνοθέτη και τους σεναριογράφους, αυτό φαίνεται, ότι είναι το  δίδαγμα της ταινίας: Το φως νικάει το σκοτάδι. Πραγματικά, όταν μιλάμε για ζωγραφική και μάλιστα Χριστιανική ζωγραφική, θα μπορούσε η σχέση φωτός, και σκοταδιού (με όλες τις  χριστιανικές αλληγορίες) να μας οδηγήσει κάπου. Όχι όμως αντο δεί κανείς απλοϊκά. Ο ζωγράφος πάνω από όλα   ξέρει, ότι δεν υπάρχει φως χωρίς το σκοτάδι.  Οι παλιοί μάστορες   ήταν μάστορες του φωτός, όσο και του σκοταδιού. Ειδικά για το Θεοτοκόπουλο, η ίδια φίλη μου,  που προανέφερα, η οποία λόγω ηλικίας εκφράζεται κάπως διαφορετικά από μένα,  είπε:  Μα πρέπει να ΄σαι στραβός για να μη βλέπεις, ότι ο Ελ Γκρέκο είναι μέσα στη νταρκίλα.  Πραγματικά, το φως στον Ελ Γκρέκο βγαίνει από το σκοτάδι, αλλά το σκοτάδι δεν εξαφανίζεται, μένει εκεί, αφού είναι η άλλη πλευρά, ή μάλλον, η μητέρα του φωτός.

Ο Θεοτοκόπουλος, άλλωστε, λέγεται, ότι όπως κι άλλοι  ζωγράφοι,  δούλευε στο σκοτάδι, με κερί, γιατί έτσι έβγαινε καλύτερα προς τα έξω το εσωτερικό φως.  Αν δει κανείς πάλι το Εσπόλιο, φαίνεται, πως η πηγή του φωτός προέρχεται από το εσωτερικό του Χριστού, που κι αυτός ο ίδιος παρουσιάζεται σαν αποτέλεσμα της μείξης των δύο φύσεών του.  Είναι άνθρωπος γήινος, φθαρτός, θνητός, που όμως η θυσία τον κάνει Θεό. Το πάντρεμα του φωτός με το σκοτάδι, είναι αυτό που απασχολεί έναν ζωγράφο του διαμετρήματος του Γκρέκο. Όχι το τέλειο, το «θεϊκό», το “φωτισμένο”, αλλά το ατελές, το ανθρώπινο.  Ο   Ταρκόφσκι, μιλώντας, στο  ντοκιμαντέρ για τον Ρουμπλιώφ  λέει κάπου:  Ο άνθρωπος, αν ζούσε σ’ ένα τέλειο κόσμο, δεν θα έψαχνε την αρμονία, θα ζούσε μέσα σ΄αυτή.

Γκόγια, Τρεις του Μάη

  Χωρίς να φύγει κανείς από την Ισπανία,  αλλά περιμένοντας να περάσουν  μερικοί αιώνες ( και αυτή είναι μια παρατήρηση του  του Σάιμον Σάμα, την οποία δανείζομαι), μπορεί να γίνει μάρτυρας της  γέννησης ενός άλλου ζωγραφικού φωτός.  Εκείνου, που συμβολίζει το απόλυτο κακό.  Ο Γκόγια, στο έργο του Ελ τρες δε Μάγιο, όπου δείχνει τους  στρατιώτες του Ναπολέοντα, να τουφεκίζουν τους εξεγερμένους  εναντίον της γαλλικής κατοχής , ρίχνει ένα άλλο φως στη σκηνή που περιγράφει.  Ένα κρύο φως, που έρχεται βίαια απ΄ έξω για να φωτίσει (να Διαφωτίσει;) την  εκτέλεση των πατριωτών.  Και που τους κάνει να φαίνονται σαν μάρτυρες και σαν άγιοι.

Γκουέρνικα, το κακό φως και το καλό φως.

   Αυτό το ίδιο φως αργότερα φαίνεται, ότι  χρησιμοποιεί και ο Πικάσο στη Γκουέρνικα.  Είναι το μαύρο, κακό  ηλεκτρικό φως της γυμνής  λάμπας, που φωτίζει τη σκηνή από πάνω, σαν πολεμικός προβολέας ή σαν το ψυχρό, αδιάφορο μάτι του Θεού. Και που εξαφανίζει τη μικρή φλόγα, το καλό φως, που το βγάζει με απελπισία από τη σκιά  η κεντρική φιγούρα.

   Με άλλα λόγια,  δεν είναι απαραίτητο να είναι κανείς Ταοϊστής,  ούτε o Τανιζάκι, για να έχει μάθει πως η σκιά και το φως , το γιν και το γιαγκ, δεν είναι παρά δύο όψεις του ίδιου πράγματος.  Και εδώ φτάνουμε στο θέμα της πνευματικότητας.

ΠΕΡΙ  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

   Όχι, δεν θα γράψω κανένα έπος, για μια τόσο φευγαλέα έννοια. Μακάρι να μπορούσα. Πάντως, δε μεγάλωσα σε  θρησκευτικό περιβάλλον και δεν είχα ποτέ μεταφυσικές και μυστικιστικές τάσεις.  Για αυτό και η λέξη πνευματικότητα δεν μου φέρνει κακές αναμνήσεις ύποπτων  «πνευματικών», εξομολόγων που κάθιζαν τα παιδάκια στα γόνατά τους και με τον μειλίχιο καλογερίστικο τρόπο τους τα βασάνιζαν.  Πιο πολύ  μου θυμίζει τον Καντίνσκυ των εφηβικών μου αναζητήσεων.

Kenzo Awa. Ζεν και η τέχνη της Τοξοβολίας

   Τη συνάντησα βεβαίως και σε κάθε λογής κείμενα σουφικά ή εσωτεριστικά. Το μόνο, που μπορώ να πω, πως κατάλαβα, είναι, ότι η πνευματικότητα σε τελευταία ανάλυση είναι περισσότερο μια αίσθηση, ένα συναίσθημα πληρότητας και αποδοχής και συνδέεται με κάτι άλλο, μεγαλύτερο: τη βαθειά γνώση ( ή   πίστη), ότι εγώ, εσύ, ο φίλος, ο εχθρός, η γη και το σύμπαν είναι ένα. Ότι ο χρόνος, το παρελθόν και το μέλλον, και ο χώρος, το εδώ και το αλλού είναι ένα. Οι Μουσουλμάνοι το ονομάζουν Ουαχντέτ  Βουτζούτ, στους Ινδουιστές το βρίσκεις στην Αντβάιντα  Βεντάντα και στον  «μη δυισμό» του Σάνκαρα.  Ο Κένζο Άουα, δάσκαλος της Τοξοβολίας, όταν προτρέπει τους μαθητές του,  να απελευθερώνονται ακόμα κι από την πρόθεση να πετύχουν το στόχο, για να τον πετύχουν, αυτή την αίσθηση   ενότητας την  λέει απλώς Βούδα. Φυσικά για τους χριστιανούς η πνευματικότητα εκπορεύεται από την πίστη στο Χριστό, σε ένα θεό της αγάπης, από την οποία, υποτίθεται, όλος ο κόσμος είναι φτιαγμένος .

Πάντως την πνευματικότητα  δεν την καταλαβαίνει κανείς, ούτε τη βρίσκει στα βιβλία και τις θεωρίες και τις φιλολογίες. Μάλλον τη νοιώθει, και εμείς οι κοινοί άπιστοι θνητοί ίσως την πλησιάζουμε,  όταν απολαμβάνουμε μια μελωδία, ή μια ταινία ενός από τους μεγάλους σκηνοθέτες  ή αντικρίζουμε ένα πίνακα. (Προσωπικά το φινάλε του Οκτώμισι του Φελίνι και η υψηλή συγκίνηση που εμπνέει, θεωρώ, ότι βρίσκεται πολύ ψηλά στη λίστα του πνευματικού στην τέχνη.  )

   Ο Ελ Γκρέκο είναι ο κατ’ εξοχήν ζωγράφος της πνευματικότητας. Τα έργα του δεν είναι μια απλή φωτεινή προπαγάνδα πίστης για κάποιο Θεό, και γι αυτό την αναγνωρίζουμε κι εμείς, που δεν πιστεύουμε σε κανέναν. Το ρητό αυτό, δηλαδή, το φως νικάει το σκοτάδι, δεν μπορεί να εκφράσει ένα μεγάλο δημιουργό, και ιδίως τον Γκρέκο. Γιατί, κάπου στα μύχια της καρδιάς του, ο αληθινός καλλιτέχνης ξέρει, ότι τα θαύματα συμβαίνουν στη ζώνη του λυκόφωτος, ακριβώς εκεί όπου το φως παντρεύεται με το σκότος ή και γεννιέται από αυτό. Εκεί που η Τάξη γεννιέται μέσα από το Χάος. Για την επιστήμη του Χάους η ίδια η ύπαρξη είναι ένας γάμος της τάξης με το  χάος. Τίποτα δεν χωρίζεται γραμμικά,  αλλά αυτό που χωρίζει, συγχρόνως ενώνει , όπως τα φράκταλ του Μάντελμπροτ.  Άλλωστε η ίδια η  τέχνη του Γκρέκο είναι ένα πάντρεμα του Βυζάντιου με τη Δύση, κι αυτό του δίνει τη μοναδικότητά του στην Ιστορία όχι μόνο του Μανιερισμού αλλά της Παγκόσμιας Τέχνης.   Και εδώ κλείνει ο κύκλος.

Ο  ΚΥΚΛΟΣ ΚΛΕΙΝΕΙ,  ΑΛΛΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΣΤΑΥΡΟ ΜΕΣΑ ΤΟΥ

  Ίσως τώρα το πάω πολύ μακρυά. Το σύνθημα Το Φως νικάει το σκοτάδι , μπορεί να είναι απλώς μια κοινοτοπία, αλλά μπορεί να είναι και ένα φανατικό σύνθημα.  Σίγουρα ταιριάζει περισσότερο σε έναν ιεροεξεταστή, παρά σε έναν καλλιτέχνη.  Η  εκκλησία θεωρούσε, ότι ο Καθολικισμός  ήταν το Φως, ενώ στα μάτια της, οι ετερόδοξοι και οι αιρετικοί αντιπροσώπευαν το σκότος. Και φρόντιζε να φωτίζονται τακτικά οι νύχτες της Ισπανίας από τη   ζωντανή σάρκα και το λίπος των αμαρτωλών,  καθώς λαμπάδιαζαν ζωντανοί στα  αουτονταφέ.

   Αργότερα, η  Κου Κλουξ Κλαν υιοθέτησε το ίδιο σύνθημα: το φως νικάει το σκοτάδι. Αλλά και οι Ναζιστές, που οι Χριστιανικές τελετές τους φάνηκαν πολύ φιλήσυχες ή πολύ εβραϊκές, αναβίωσαν τις αρχαίες γερμανικές, εκείνες, της λατρείας του φωτός και των  Ηλιοστασίων. Φαίνεται ότι ο  Κέλτικος σταυρός, σήμα του νέο-ναζισμού, αυτό συμβόλιζε αρχικά.

   Πρόκειται για προ-χριστιανικό ηλιακό σύμβολο, που σχετίζεται και με το ζωδιακό κύκλο. Και βέβαια το φως,  είναι η λευκή φυλή, που νικάει τον μελαμψό, τον τσιγγάνο ή τον μαύρο «υπάνθρωπο».

ΤΙ  ΥΠΑΙÑΙΣΕΣΑΙ,  ΔΟΝ ΓΚΕΒΑΡΑ;

   Για ένα λόγο,  που μου είναι ακατανόητος, ο Ελ Γκρέκο παρουσιάστηκε εκτός των άλλων και σαν το ηθικό Ελληνόπουλο, ο Κρητικός πλην τίμιος ντελικανής, που αρνήθηκε τον κολασμένο έρωτα του Ιεροεξεταστή!!! Για την ακρίβεια, αυτή ήταν η κεντρική ιστορία της ταινίας, το στόρι-λάιν.  Και επειδή δεν έχουμε καμιά ένδειξη μιας τέτοιας σχέσης στα λίγα, που ξέρουμε για τη ζωή του μεγάλου Κρητικού, η απορία είναι εύλογη. Που στο διάολο τα βρήκανε γραμμένα αυτά οι σεναριογράφοι;  Κι αφού δεν τα βρήκαν γραμμένα πουθενά, γιατί τα επινόησαν; Και δώσ’ του να τον ρωτάει τον μοναχό: -Τι θέλεις από τη ζωή μου; -Τι θέλεις από μένα;  Κοτζαμ Ελ Γκρέκο, δεν κατάλαβε στην ταινία , τι ήθελε ο καθολικός;  Να τον γαμήσει, αυτό ήθελε.

   Ο διοπτροφόρος Νίνιο δε Γκεβάρα, εμφανίζεται στην ταινία σαν Δομινικανός. Φαίνεται, ότι ειδικά στους Δομινικανούς είχε βγει το όνομα.  Είχα δει κι άλλη μία ταινία, ισπανική,  μια μεγάλη “ευρωπαϊκή” βηταδούρα, για μια υποτιθέμενη συνάντηση του Θερβάντες με τον …Σαίξπηρ, που πάλι ο κακός ήταν Δομινικανός και επίσης ομοφυλόφιλος, μόνο που  εδώ τον είδαμε και να πηδιέται δεν θυμάμαι από ποιόν επιβήτορα.  Οι Δομινικανοί ήταν το κατ’ εξοχήν τάγμα της Ιεράς Εξέτασης και η εισαγωγή του ομοφυλόφιλου Δομινικανού στην ταινία προφανώς οφείλεται στη σκέψη, ότι  κάποιοι   στρέφονται προς το φανατισμό και το σαδισμό, επειδή καταπιέζουν την ομοφυλόφιλη επιθυμία τους. Θα μπορούσε να είναι κι έτσι. Γι αυτό και ο χαρακτήρας του Νίνιο δε Γκεβάρα, αντίθετα από τον Θεοτοκόπουλο, είταν κάπως πιο ολοκληρωμένος και πιο καλά παιγμένος.  Μόνο που τα διλήμματα τα είχε αυτός, κι όχι ο πρωταγωνιστής ( μεγάλο λάθος της μυθοπλασίας και ένας βασικός λόγος, που κάνει την ταινία βαρετή. Ο πρωταγωνιστής δηλαδή δεν αλλάζει, δεν πηγαίνει από το Α στο Β).

Θα μπορούσε, βεβαίως,η πλοκή να διαβαστεί απλά σαν μια αντι-ομοφυλόφιλη προπαγάνδα, και πολύς κόσμος πιστεύω το είδε έτσι. (Αναρωτιέμαι βέβαια και μήπως υπήρξαν και θεατές που δεν το πρόσεξαν καθόλου, οπότε η αποτυχία του σεναρίου θα ήταν ολοκληρωτική.Γιατί τι άλλη σχέση θα μπορούσε να ενώνει τους δύο πρωταγωνιστές, στο συγκεκριμένο σενάριο;) Γιατί γιατί λοιπόν, από όλα τα ζητήματα τα σχετικά με τον Ελ Γκρέκο , αυτό διαλέχτηκε να είναι  το θέμα της ταινίας;  Και  μάλιστα δοσμένο τόσο μηχανιστικά και απλοϊκά;  Για μένα παραμένει μυστήριο. Και είναι το σημαντικό γεγονός της ταινίας. Στο σενάριο, από την  άρνηση του Κρητικού να ενδώσει στον Νίνιο δε Γκεβάρα, ξεπηδά όλη η μετέπειτα πλοκή του έργου ( η δίκη κλπ).

Ελ Γρέκο. Πορτραίτο του Ορτένσιο Παραβιτσίνο.

   Το περίεργο είναι,  ότι,  αν ο Θεοτοκόπουλος  έχει ακουστεί για κάτι, είναι ακριβώς για το αντίθετο. Κάποιοι,  μεταξύ των οποίων ο Σόμερσετ Μώμ, ο Χέμινγουεϊ και άλλοι,  ισχυρίζονται,  ότι ο Ελ Γκρέκο  ήταν ο ίδιος ομοφυλόφιλος. Σ’ αυτή την περίπτωση, ίσως να ήταν μέλος του κρυφού ομοφυλόφιλου κύκλου του  Τολέδο της εποχής, στον οποίο ανήκαν ο αρχιεπίσκοπος Μπερνάρντο Σαντοβάλ ι Ρόχας, πάτρωνας του Θερβάντες,  ο Παραβιτσίνο, γνωστός από το περίφημο πορτραίτο, και ακόμα, (κάποιοι ισχυρίζονται), ο Τίρσο δε Μολινά.  Φυσικά, μόνο εικασίες έχουμε για αυτό, όχι αποδείξεις, ούτε σοβαρές ενδείξεις, και αν υπάρχουν, δεν τις γνωρίζω.

Θλιμμένος άγγελος του Γκρέκο. Αγόρι ή κορίτσι;

Το ότι όμως, το πνεύμα της  Αναγέννησης,  κινιόταν μέσα σε μια πλατωνικής καταγωγής αισθητική αχλύ και κάποια περιρρέουσα ομοερωτική ατμόσφαιρα, είναι αλήθεια.  Ο έφηβοι-κόρες του Μιχαήλ Άγγελου, τ0υ Ντονατέλο και του Βερόκιο, καθώς και οι μεταμφιέσεις κοριτσιών σε αγόρια, που παριστάνουν πάλι τα κορίτσια, στον Σαίξπηρ και τον Τίρσο δε  Μολινά, αλλά και τον Θερβάντες, είναι μια προβολή στην ύλη του,  χριστιανικού νεοπλατωνικού ιδεώδους: ο έφηβος πριν από  τη γνώση του σώματος – ο άνθρωπος πριν από το προπατορικό αμάρτημα. Ο Αναγεννησιακός   έρωτας είταν ένα παιχνίδι με το Ωραίο,   απαλλαγμένο από τα όρια του υλικού σώματος.  “Ήταν επίσης ένα όνειρο έρωτα απαλλαγμένου από τα όρια του φύλου, ενός έρωτα που διαπερνά τα σώματα αγοριών και κοριτσιών, αντρών  και γυναικών σαν το φώς μέσα από το γυαλί. (Γιαν Κοττ,  Η πικρή Αρκαδία του Σαίξπηρ, από το Σαίξπηρ, ο Σύγχρονός μας, Εκδόσεις Ηριδανός). Αλλά συγχρόνως, η ενασχόληση με το ωραίο ήταν, αντίθετα με τις σημερινές χοντράδες,  και μια άσκηση στην εκλέπτυνση, στην αναγνώριση των nuances, των ανεπαίσθητων αλλαγών, ιδιότητα, που ξεχωρίζει τον μεγάλο ζωγράφο(ή διανοητή) από τον απλό τεχνίτη.

   Θα έστεκε ίσως πιο καλά, η σχέση των δύο, του παπά και του ζωγράφου,  αν παρουσιαζόταν αντίστροφα από  τον τρόπο που παρουσιάστηκε.  Αλλά,ακόμα κι έτσι, στο σενάριο ήταν δοσμένη χαζά, επιφανειακά και άγαρμπα.

 Δείχνει τον Γκεβάρα να καταλαβαίνει τη γνώμη του Θεοτοκόπουλου γι αυτόν, από το πορτραίτο του, που είχε παραγγείλει  στον Έλληνα  ζωγράφο.  Συνειδητοποίησε, ότι –Αααα, δεν μ΄ αγαπά,  με βλέπει σα τέρας, και από τότε  μίσησε κι ο ίδιος τον Ελ Γκρέκο και θέλησε να τον εκδικηθεί. Πέρα που όλο  αυτό  είναι  μηχανιστικό  (κοτζάμ  αρχι- ιεροεξεταστής, δεν καταλάβαινε την περιφρόνηση του Ελ Γκρέκο;), αν ο αληθινός, ο ιστορικός Δε Γκεβάρα δεν είχε εγκρίνει τον πίνακα, θα τον είχε καταστρέψει και δε θα έφθανε μέχρις εμάς.  Ο ιεροεξεταστής παρουσιάζεται να βλέπει το πορτραίτο με τα δικά μας μάτια και, φυσικά, να μην του αρέσει.  Θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς.  Οι Δομινικανοί, εκτός των άλλων, ήταν άτομα με υψηλή παιδεία και καλλιέργεια. ( Ο Ακινάτης, ο μεγάλος ζωγράφος Φρα Αντζέλικο, αλλά και ο  Τζορντάνο Μπρούνο ανήκαν στο τάγμα αυτό.) Ίσως, λοιπόν, είχε το κριτήριο, αλλά  έτσι ακριβώς ήθελε να τον απεικονίσουν, σαν ένα αρπακτικό που κυνηγάει αιρετικούς και προξενεί το φόβο.

Η Ιερά εξέταση μέσα στους “αιρετικούς”.  Οι  πρόδρομοι  των Ναζιστών.

Επί τέλους, είτε ήταν ένα από τα σκυλιά του Κυρίου, (domini canes),  είτε άλλου τάγματος,  αυτή ήταν η δουλειά του, να δαγκώνει  τους αιρετικούς.    (Ο πραγματικός Νίνιο δε Γκεβάρα είχε κάψει διακόσιους πενήντα. Τι “σχέση” μπορεί να είχε ο ζωγράφος της πνευματικότητας με έναν ναζιστή της εποχής;).

Και φυσικά υπήρχε στην ταινία μια   σεναριακή τρύπα.  Ο  Γκεβάρα πάει να δει το πορτραίτο του μετά από μέρες. Μπορεί τα ρούχα ή και τα χέρια ο Γκρέκο να τα τελείωσε μόνος στο εργαστήριο και ο ιεροεξεταστής να το είδε μετά, όμως  το κεφάλι το έβλεπε μέρα με τη μέρα καθώς ζωγραφιζόταν, αφού ο ίδιος ήταν το μοντέλο.  Η δε κινηματογραφική δίκη, στην οποία   τον έσυρε ο  ερωτοχτυπημένος καθολικός, ήταν από τα πιο παράλογα πράγματα που έχω δει.

Στου Τιτσιάνο.

Εκείνο το πλάνο του οράματος του Γκεβάρα μέσα στη Δίκη, με τον Γκρέκο ανάμεσα στους αγγέλους να τυφλώνει με το φως του τον ερωτοχτυπημένο  καθολικό, τι σήμαινε;  Κάτι σαν: –Ο ΟΦΗ δε γαμιέται ;

 Τη δεύτερη φορά,  που είδα την ταινία πρόσεξα, ότι στο επόμενο πλάνο  ο άγγελος, που σείει  τη ρομφαία εναντίον του ιεροεξεταστή, είναι ο ίδιος ηθοποιός,  που παίζει μια παρατρεχάμενη αδερφή στο εργαστήρι του Τιτσιάνο.  Για μένα όλα αυτά είναι ανεξήγητα και  εκτός θέματος και εκτός εποχής.

Ίσως όμως, εκτός του κλέους του προγονικού (που κι αυτό δεν το είδαμε) κάτι τέτοια να έθελξαν  τους ακροδεξιούς και έτσι να ενστερνίστηκαν τα “μηνύματα” της ταινίας:  Αυτό κάνουν, αρνούνται την διεστραμμένη Δύση οι περήφανοι Έλληνες,  τα ηθικά κοπέλια τσαί τα παλικάρια. (Ωρέ Μανωλιό).  Και φυσικά  θα πρόσεξαν στους διαλόγους τη φράση:  “Δεν εξηγήσατε στο φίλο μας τη Νέα Τάξη πραγμάτων…”

“EL GRECO MALT DEN GROSSINQUISITOR”

Η παραγωγή του 66 με τον Μελ Φερέρ. Μια απ΄ τα ίδια.

Ο Σμαραγδής πάντως, καθόλου δεν πρωτοτύπησε. Μάλλον “δανείστηκε” το σενάριο, πράγμα όχι απαραίτητα κακό, αν γίνεται με δεξιοτεχνία και ταλέντο. Υπήρξε τουλάχιστον ένας  προγενέστερος κινηματογραφικός Ελ Γκρέκο. Μία παραγωγή του ’66 με τον Μελ Φερέρ. Δεν την έχω δει,  αλλά κρίνοντας από το υπόπτως όμοιο σενάριο και τις κριτικές, πρέπει κι εκείνη να ήταν μια απ’ τα ίδια. Πάλι η ερωτική ιστορία με την ευγενικής καταγωγής Χερόνιμα, που δεν την αφήνουν να τον παντρευτεί και η σύγκρουση του ζωγράφου με τον Ιεροεξεταστή,  ο οποίος του έχει παραγγείλει το πορτραίτο του, παρ’ όλα αυτά τον υποψιάζεται για μάγο, επειδή είναι ξένος. (Sixties, ο  “ξένος” πια δεν είναι ο εχθρός).

Δεν έχω παρακολουθήσει τον τύπο και τις κριτικές και δεν ξέρω αν έχει πει τίποτα ο Έλληνας σκηνοθέτης για την ταινία με τον Φερέρ. Έμαθα όμως, ότι ο Σμαραγδής κατηγορήθηκε από κάποιον ευθέως για λογοκλοπή. Υπάρχει και το σχετικό μπλογκ, στο οποίο διαβάζω:

Ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο Γκρέκο και ο Μέγας Ιεροεξεταστής»  Μπάμπης Πλαϊτάκης κατέθεσε αγωγή, την Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου 2008 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά του σκηνοθέτη της κινηματογραφικής ταινίας EL GRECO Γιάννη Σμαραγδή…  Ο συγκεκριμένος συγγραφέας τον κατηγορεί, ότι του έκλεψε την ιδέα για τη σχέση Γκρέκο-Ιεροεξεταστή, που είχε αναπτύξει στο βιβλίο του με τίτλο (τι άλλο;) ¨Ο Γκρέκο και ο Μέγας Ιεροεξεταστής”.  Ισχυρίζεται μάλιστα, ότι η φράση “Το φως νικάει το σκοτάδι” είναι κλεμμένη από την πρώτη σελίδα του βιβλίου του. Δεν ξέρω τι απέγινε η διαμάχη των δύο, αλλά φαίνεται ότι ο Ξένος Αχυρώνας είναι Ολυμπιακών προδιαγραφών.

Το λέω, γιατί υπάρχει και μια Γερμανική, ακόμα πιο παλιά  εκδοχή της ιστορίας, που υποθέτω, ότι από κει ξεκίνησαν όλα. Το 1936  κυκλοφόρησε στο Βερολίνο το βιβλίο “Ο  Γκρέκο ζωγραφίζει τον ιεροεξεταστή” (El Greco Malt Den Grossinquisitor) του Stefan Paul Andres, που έκανε 36 μεταπολεμικές επανεκδόσεις:  Ο Ντε Γκεβάρα, που είναι ένας κληρικός με τεράστια εξουσία, παραγγέλνει ένα πορτραίτο του στον ζωγράφο.  Μόνο, που το Γερμανικό μπεστ  σέλερ  ήταν πιο συνεπές στους χαρακτήρες και τις συγκρούσεις:  Ο Γκρέκο, στο ερώτημα, πως να ζωγραφίσει τον ιεροεξεταστή, ταλαντεύεται ανάμεσα στο φόβο της Ιεράς Εξέτασης και του καθήκοντος απέναντι στον εαυτό του σαν πνευματικό όν.  Φυσικά υπερισχύει η τέχνη.  Ο Άντερς, όμως, το έγραψε σαν μια βιωματική αλληγορία του διανοούμενου μέσα στο Χιτλερικό καθεστώς και λίγο καιρό μετά την πρώτη  έκδοση το ‘σκασε  κι αυτός από τη ναζιστική Γερμανία.

Το πορτραίτο (που δεν γνωρίζουμε καν, αν είναι όντως του Νίνιο δε Γκεβάρα, μόνο υποθέτουμε) είναι πραγματικά πολύ εκφραστικό και δείχνει πολλά από το χαρακτήρα του μοντέλου και γι αυτό, μαζί με το πιασάρικο θέμα της Ιεράς Εξέτασης, προσφέρεται για μυθοπλασία. Το γεγονός, όμως, ότι όλη αυτή η ιστορία έχει καταντήσει κλισέ, δείχνει, ότι τουλάχιστον ο Σμαραγδής, ακόμα  στον Γκρέκο βλέπει τις φιλολογίες και την πολιτική και όχι την ουσία της ζωγραφικής.

Πραγματικά.  Στην Ελληνική ταινία (ριμέικ;) πέρα από το πορτραίτο του Νίνιο δε Γκεβάρα, που πρωταγωνιστούσε,  δεν χόρτασε το μάτι μας ζωγραφική. Ίσα-ίσα, επειδή η ταινία μας έδειχνε στο τοίχο του εργαστηρίου του κάποια μεγάλα έργα που μας άναβαν το ενδιαφέρον,    μετά , όταν δε βλέπαμε τίποτα, μέναμε στα κρύα του λουτρού.  Ο Ταρκόφσκι  (ξέρω, θα μου πείτε τι συγκρίνω! αλλά το θέμα μας δεν είναι ο συγκεκριμένος Έλληνας σκηνοθέτης, είναι η  Τέχνη), ο Ταρκόφσκι λοιπόν, δεν έδειξε καθόλου έργα του Ρουμπλιώφ στην ασπρόμαυρη ταινία του, παρά μόνο αφού ο αγιογράφος έχει κάνει  ένα πνευματικό ταξίδι  για να γίνει αυτός, που φαίνεται ότι έγινε μέσα από τις εικόνες του.  Στο τέλος του φιλμ ,όμως, βλέπουμε τα  έργα του Ρουμπλιώφ, λεπτομέρεις από την περίφημη Τρόιτσα, την Αγία Τριάδα και μάλιστα έγχρωμα, με μουσική και τίποτα άλλο.  Σεβασμός.  Είναι κι ο σεβασμός  μια στάση.

(*το τελευταίο πλάνο της ταινίας, με τα άλογα στη βροχή  στο από πάνω βίντεο είναι κομμένο, αλλά δεν το βρήκα αλλού)

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, όταν μιλάμε για Ελ Γκρέκο, μιλάμε για ζωγραφική.  Μια ζωγραφική, τόσο ιδιαίτερη και  τόσο μπροστά από την εποχή της, που έπεσε σε αφάνεια για αιώνες ολόκληρους, πριν αναγνωριστεί σαν μια μοναδική περίπτωση της ιστορίας της Τέχνης. Έχουμε και κάποια στοιχεία για τον χαρακτήρα του σαν ζωγράφο, όπως βγαίνει από τα έργα και τα λίγα, που ξέρουμε γι αυτόν. Τον θεωρούσαν “Απελλή της εποχής“. Όμως, τον καταλάβαιναν; Αρκετές φορές τον απόρριψαν, ακόμα κι οι πάτρωνές του.  Ο βασιλιάς του αρνήθηκε να αναλάβει τις τοιχογραφίες του Εσκοριάλ. Ο Θεοτοκόπουλος  δεν προσπάθησε να εξυπηρετήσει  το κοινό γούστο, κάνοντας εκπτώσεις στη τέχνη του.  Όταν το έργο  δόθηκε  στον άριστο τεχνίτη, αλλά πολύ  δεύτερο Λούκα Τζορντάνο, μπορούμε να φανταστούμε, την απελπισία του μοναδικού ανθρώπου, που κατανοούσε εκείνη τη στιγμή την τεράστια απώλεια της ανθρωπότητας.  Του ίδιου του Ελ Γκρέκο.

Luca Jordano, η φωτεινή βαρεμάρα του Μπαρόκ...

...και ο Ελ Γκρέκο. Η αποθέωση του χρώματος. Αλλά και του δραματικού, του τραγικού και της μελαγχολίας.

Μην ξεχνάμε, ότι το πάθος του Κρητικού  σγουράφου ήταν τέτοιο,  ώστε όταν είδε στη Ρώμη την Καπέλα Σιξτίνα,  λένε,  ότι πρότεινε στο Βατικανό να την    ξαναζωγραφίσει από πάνω!

Επίσης, είναι  γνωστό, ότι ο Γκρέκο, αντίθετα με άλλους ζωγράφους και γλύπτες της  Αναγέννησης και του Μπαρόκ, ήταν ένας λόγιος καλλιτέχνης. Όπως εγώ τουλάχιστον έμαθα από  άρθρο του Νίκου Χατζηνικολάου στο Πρόγραμμα της έκθεσης  Ο Γκρέκο και το εργαστήρι του (Μουσείο Κυκλαδικής τέχνης – CEACEX του 2007), η βιβλιοθήκη, που πεθαίνοντας άφησε ο Γκρέκο, ήταν από τις μεγαλύτερες, που θα μπορούσε να έχει καλλιτέχνης της εποχής και περιείχε βιβλία  ελληνικά, ιταλικά και λατινικά καθώς και γραμμένα στα καστιλιάνικα (ισπανικά).  Ο ζωγράφος Φρανθίσκο Πατσέκο, πεθερός του Βελάσκουεθ,  “κομμισάριος”  και λογοκριτής  της Ιεράς Εξέτασης στο χώρο των εικαστικών, ο οποίος είχε γνωρίσει  το Θεοτοκόπουλο, έγραψε γι αυτόν: “Ήταν μεγάλος φιλόσοφος, έκανε οξύτατες παρατηρήσεις και συνέγραψε για τη ζωγραφική, τη γλυπτική και την αρχιτεκτονική”. Ο Ελ Γκρέκο όντως, είχε γράψει και αρκετές αισθητικές πραγματείες, που όμως δεν σώθηκαν. Τα έργα του πάντως δείχνουν, ότι πραγματικά ήταν ένας διανοούμενος ζωγράφος. Ίσως αν ψάξει κανείς καλύτερα,  θα βρει εκεί, όλο το νεο-πλατωνισμό, και τον Ψευδο-Διονύσιο και τα ιερά εκτυφλωτικά σκοτάδια της αγνωσίας  και την εκστατική ένωση με το θεϊκό.

Χειρόγραφη σημείωση του Γκρέκο πάνω στον Βαζάρι, όπου υπερασπίζεται τη Βυζαντινή ζωγραφική:”Αν ο Βαζάρι γνώριζε  τη φύση της Βυζαντινής ζωγραφικής για την οποία μιλά,θα την αντιμετώπιζε διαφορετικά  από ότι λέει. Τη συγκρίνει με το Τζιότο, αλλά αυτό που έκανε ο Τζιότο, ήταν συγκριτικά απλό, ενώ η Βυζαντινή ζωγραφική είναι γεμάτη  δυσκολίες [που  εξαπατούν] “.

Στην ταινία δεν τον είδαμε έτσι.  Παρουσιάστηκε μάλλον σαν ένας  “σβούρος”, μηχανόβιο καμάκι τζη Κρήτης, που κάνει και αντίσταση, άμα λάχει και, αν του συμβεί κάτι θλιβερό, ζωγραφίζει “θυμωμένα” . (Τώρα πώς ένας ζωγράφος ζωγραφίζει …θυμωμένα, μόνο στο Σμαραγδή  το έχουμε δει).

 Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς. Πάντως, όσο και να μιλήσουμε, η ουσία ενός οποιουδήποτε έργου τέχνης θα  διαφεύγει. Ειδικά, το αριστούργημα ( για να μείνουμε λίγο ακόμα στο χώρο της …αποφατικής θεολογίας)   δεν είναι κάτι, που μπορεί να περιγραφεί με τα λόγια,  είτε  πρόκειται για ένα μουσικό θέμα ή ένα πορτραίτο ή μια ταινία.  Σίγουρα χρειάζεται και τον ενδιάμεσο, το δάσκαλο και μάλιστα τη ζωντανή παρουσία και τον ενθουσιασμό του. Μόνο που εγώ ούτε κατά διάνοιαν δε θα μπορούσα να παίξω αυτό το ρόλο.  Γι αυτό, τελικά, μετά απ’ όλα αυτά, η μόνη πραγματική προσφορά του μικρού μου  μπλογκ στην τέχνη του Ελ Γκρέκο είναι αυτή η προτροπή: Ας ξανακοιτάξουμε το Εσπόλιο το Λαοκόοντα, το Τολέδο.  Ας  κοιτάξουμε σιωπηλά,  όχι  για πολύ, μερικά λεπτά φτάνουν. Δεν πειράζει, ας μην είναι το πρωτότυπο, αλλά η ιντερνετική φωτογραφία του.  Και επί τέλους, ας το δούμε.  Με ότι φέρνει μαζί του ο καθένας μας.  Ούτε κι εγώ είμαι ζωγράφος.  Σίγουρα ένας ζωγράφος και μάλιστα ταλαντούχος θα μπορούσε να το εκτιμήσει καλύτερα από μας  και καλύτερα από κάθε κριτικό. Δεν πειράζει.  Βλέποντας τα αριστουργήματα του Θεοτοκόπουλου,  ίσως   και εμείς  γίνουμε καλύτεροι θεατές.

El Greco, Αγία Τριάδα

Τολέδο. Αυτός ο μαύρος ουρανός, πόσο εκφραστικός και πόσο μοντέρνος!

Λαοκόων. Πάλι το σκοτεινό Τολέδο, στο βάθος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ.  ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ,

 Ή  ΑΠΛΩΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΟΥ ΝΑ ΚΡΥΦΤΟΥΜΕ ΑΠΟ ΝΤΡΟΠΗ;

    Παρακολουθώντας  την ταινία αυτή, είναι από τις λίγες φορές, που αφέθηκα να νοιώσω κάπως …εθνικά,  αλλά από την ανάποδη. Όταν σκέφτηκα, ότι τον Ελ Γκρέκο  τον είδαν οι βασιλιάδες της Ισπανίας, στιγμιαία …ντράπηκα για την Ελλάδα.  Συνήλθα ακαριαία, όμως, γιατί θυμήθηκα, ότι η βασίλισσα τους  αφενός ανήκε στο δικό μας έθνος, ήταν κόρη της μισητής Φρειδερίκης, και αφετέρου χρηματοδότησε την ταινία (πράγμα που ο σκηνοθέτης δεν διατυμπανίζει ).  Όσο για τον Χουάν Κάρλος,  οι Βουρβόνοι δεν φημίζονταν για την ευφυΐα   και τα καλλιτεχνικό τους κριτήριο. Αλλιώς, όταν ο  Γκόγια έκανε τα πορτραίτα των προπαππούδων του,  θα είχαν καταλάβει, ότι τους δούλευε χοντρά και ότι στην πραγματικότητα είχε φτιάξει τις καρικατούρες τους.

Γκόγια, η βασιλική οικογένεια. Αριστερά η βασιλομύτωρ.

Έτσι λοιπόν, στην περίπτωση του ακροδεξιού, που η ταινία «Ελ Γκρέκο» τον κάνει υπερήφανο,  έχουμε μία τραγική ( κωμικοτραγική) ες τουναντίον των πραττομένων μεταβολή.  Η ταινία δεν μας δείχνει πόσο σπουδαίοι είναι οι Έλληνες, αλλά πόσο ντουβάρια είναι, πόσο άξεστοι, χωρίς ελληνική ή άλλη παιδεία, πόσο ποδοσφαιρικά φανατικοί για πράγματα που δεν καταλαβαίνουν.  Μας δείχνει πόσο στο πάτο του σκουπιδοντενεκέ είναι η Ελλάδα σήμερα.  Χωρίς παιδεία, χωρίς εικαστική παιδεία,  χωρίς κανέναν πολιτισμό, ούτε για τους λίγους ούτε, κυρίως, για τους πολλούς. Μια χώρα που τρέφεται με το αντι-πνευματικό σκουπιδαριό των τηλεοπτικών ριάλιτυ και των ταλέντων.

Το σημαντικό είναι το ότι μέσα στην κοπριά της  βαρβαρότητας, εκεί φυτρώνουν τα ναζιστικά μπουμπούκια κι οι μπουμπούκοι κάθε είδους. Ίσως, κάποιοι απ΄ αυτούς, γεμάτοι ψεύτικη περηφάνια να χειροκρότησαν την ταινία Ελ Γκρέκο.  Πιστεύω, όμως,  ότι αυτοί ήταν πολύ λίγοι.  Από τους 800.000 θεατές, που την είδαν, οι περισσότεροι ήταν απλοί άνθρωποι, που αναζήτησαν μια σταγόνα αληθινής πνευματικότητας, την οποία όλοι μας έχουμε ανάγκη.   Η ταινία, όμως,  δεν είχε τίποτα να δώσει._

Advertisements

Read Full Post »